Άρθρο 37: Αμφισβήτηση της επάρκειας των κοινοποιημένων οργανισμών
1.
Η Επιτροπή, όταν είναι αναγκαίο, ερευνά όλες τις περιπτώσεις στις οποίες εγείρονται αμφιβολίες σχετικά με την επάρκεια κοινοποιημένου οργανισμού ή τη συνεχή εκπλήρωση από κοινοποιημένο οργανισμό των απαιτήσεων του άρθρου 31 και των ευθυνών του ως προς αυτές.
2.
Η κοινοποιούσα αρχήκοινοποιούσα αρχήη εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τον καθορισμό και τη διεξαγωγή των αναγκαίων διαδικασιών αξιολόγησης, ορισμού και κοινοποίησης των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης, καθώς και για την παρακολούθησή τους·Article 3(19) παρέχει στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος, όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν την κοινοποίηση ή τη διατήρηση της επάρκειας του εκάστοτε κοινοποιημένου οργανισμού.
3.
Η Επιτροπή διασφαλίζει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 78, όλων των ευαίσθητων πληροφοριών που λαμβάνει από τις έρευνες τις οποίες διενεργεί δυνάμει του παρόντος άρθρου.
4.
Όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι κοινοποιημένος οργανισμόςκοινοποιημένος οργανισμόςο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης που κοινοποιείται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και άλλη σχετική ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης·Article 3(22) δεν πληροί ή παύει να πληροί τις απαιτήσεις κοινοποίησής του, ενημερώνει το κοινοποιούν κράτος μέλος σχετικά και ζητεί από αυτό να λάβει τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής ή της ανάκλησης της κοινοποίησης, εάν είναι αναγκαίο. Σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν λάβει τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα, η Επιτροπή μπορεί, μέσω εκτελεστικής πράξης, να αναστείλει, να περιορίσει ή να ανακαλέσει τον ορισμό. Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 2.